Περισσότερες αντοχές στους προϋπολογισμούς των επόμενων ετών δημιουργεί η γρήγορη αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, καθώς η Ελλάδα δεν μειώνει πλέον μόνο το ύψος του, αλλά και τον λογαριασμό για την εξυπηρέτησή του. Οι πρόωρες αποπληρωμές που πραγματοποιούνται μέσα στο 2026 αφαιρούν περίπου 370 εκατ. ευρώ τον χρόνο από τις δαπάνες για τόκους, περιορίζουν τις μελλοντικές ανάγκες χρηματοδότησης και μειώνουν έναν από τους μεγάλους κινδύνους για μια οικονομία που εξακολουθεί να έχει υψηλό δημόσιο χρέος.
Το όφελος δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε ένα νέο πακέτο 370 εκατ. ευρώ για μειώσεις φόρων ή παροχές. Μεταφράζεται όμως σε μικρότερο κόστος εξυπηρέτησης, καλύτερη δημοσιονομική εικόνα και ταχύτερη αποκλιμάκωση του χρέους, ενισχύοντας τις δυνατότητες της οικονομίας να αντιμετωπίσει νέες πιέσεις χωρίς να επιβαρύνεται με τον ίδιο λογαριασμό. Και αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία η ακρίβεια πιέζει τα εισοδήματα, οι απαιτήσεις για νέες φοροελαφρύνσεις παραμένουν ισχυρές και οι ευρωπαϊκοί κανόνες βάζουν συγκεκριμένα όρια στην αύξηση των κρατικών δαπανών.
Μέσα στο 2026 οι πρόωρες αποπληρωμές αναμένεται να φθάσουν συνολικά τα 12,84 δισ. ευρώ. Περίπου 6,94 δισ. ευρώ αφορούν τα διμερή δάνεια του GLF που αποπληρώθηκαν τον Ιούνιο, 1,2 δισ. ευρώ τη μείωση του ύψους των εντόκων γραμματίων, ενώ ακολουθούν η πρόωρη εξόφληση δανείων του EFSF ύψους 2,5 δισ. ευρώ και ομολογιακού δανείου περίπου 2,2 δισ. ευρώ, το οποίο κανονικά λήγει τον Δεκέμβριο του 2027.
Το ενδιαφέρον βρίσκεται στο κόστος και στη διάρκεια των υποχρεώσεων που φεύγουν νωρίτερα από τον λογαριασμό. Η μέση σταθμική διάρκειά τους φθάνει τα 7,1 χρόνια και το μέσο κόστος εξυπηρέτησης περίπου στο 2,9%. Με βάση αυτά τα δεδομένα, η εξοικονόμηση από τις δαπάνες τόκων υπολογίζεται σε περίπου 370 εκατ. ευρώ ετησίως και τουλάχιστον 2,6 δισ. ευρώ σε βάθος επταετίας.
Στην πράξη, το Δημόσιο αξιοποιεί πλεονάζοντα ταμειακά διαθέσιμα, των οποίων η απόδοση είναι χαμηλότερη από το κόστος του χρέους που εξοφλεί, για να περιορίσει από τώρα τις υποχρεώσεις των επόμενων ετών. Πρόκειται περισσότερο για διαχείριση του ισολογισμού του Δημοσίου παρά για δημοσιονομική δαπάνη: μειώνονται από τη μία τα διαθέσιμα και από την άλλη οι υποχρεώσεις.
Αυτή η διάκριση είναι κρίσιμη και για τη συζήτηση γύρω από το αν τα 12,84 δισ. ευρώ θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν διαφορετικά. Η αποπληρωμή χρέους αποτελεί χρηματοοικονομική συναλλαγή και, σύμφωνα με τη μεθοδολογία της Eurostat, δεν επηρεάζει απευθείας το δημοσιονομικό έλλειμμα όπως μια νέα δημόσια δαπάνη. Επομένως, τα 12,84 δισ. ευρώ δεν αποτελούν έναν ισόποσο «κουμπαρά» που θα μπορούσε εναλλακτικά να μετατραπεί αυτούσιος σε φοροελαφρύνσεις, επιδόματα ή αυξήσεις.
Υπάρχει όμως και μια δεύτερη σημαντική διευκρίνιση. Ούτε τα 370 εκατ. ευρώ των χαμηλότερων τόκων μετατρέπονται αυτομάτως σε ισόποσο νέο πακέτο μέτρων. Στο νέο ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πλαίσιο οι δαπάνες για τόκους εξαιρούνται από τον δείκτη των καθαρών δαπανών, πάνω στον οποίο βασίζεται η παρακολούθηση της δημοσιονομικής πορείας των κρατών. Άρα, 370 εκατ. ευρώ λιγότεροι τόκοι δεν σημαίνουν αυτομάτως ότι η κυβέρνηση μπορεί να αυξήσει κατά 370 εκατ. ευρώ άλλες δαπάνες.
Το κέρδος βρίσκεται αλλού και είναι ουσιαστικό. Οι μικρότεροι τόκοι βελτιώνουν το συνολικό δημοσιονομικό αποτέλεσμα, περιορίζουν τις ανάγκες χρηματοδότησης, επιταχύνουν τη μείωση του χρέους και αφήνουν τη χώρα λιγότερο εκτεθειμένη σε μια νέα άνοδο των επιτοκίων ή σε αναταραχή στις διεθνείς αγορές. Με άλλα λόγια, δεν δημιουργείται ένας νέος κουμπαράς για μοίρασμα, αλλά ένας μικρότερος λογαριασμός που πρέπει να πληρώνει η οικονομία κάθε χρόνο.
Και εδώ βρίσκεται η σύνδεση με την καθημερινότητα. Για τα νοικοκυριά, η μείωση του χρέους δεν σημαίνει ότι πέφτουν αυτομάτως οι τιμές στο ράφι ή ότι μειώνεται αύριο ένας φόρος. Σημαίνει όμως ότι το κράτος βρίσκεται σε καλύτερη θέση όταν χρειάζεται να αντιμετωπίσει μια νέα ενεργειακή κρίση, μια πληθωριστική έξαρση ή μια ύφεση, χωρίς να ξεκινά με το ίδιο βάρος τόκων και χρηματοδοτικών αναγκών.
Για τις επιχειρήσεις η σύνδεση είναι περισσότερο άμεση μέσω του κόστους του χρήματος. Η αποκλιμάκωση του χρέους, η επενδυτική βαθμίδα και η βελτίωση της πιστοληπτικής εικόνας της χώρας περιορίζουν το ασφάλιστρο κινδύνου που πληρώνει η Ελλάδα στις αγορές. Το Ελληνικό Δημόσιο δανείζεται πλέον με χαμηλότερο κόστος από χώρες όπως η Ιταλία και η Γαλλία, κατά περίπου 13 και 17 μονάδες βάσης αντίστοιχα, σύμφωνα με τα στοιχεία που συνοδεύουν τη στρατηγική διαχείρισης του χρέους.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ένα φθηνότερο ελληνικό ομόλογο ρίχνει αυτομάτως το επιτόκιο ενός στεγαστικού ή επιχειρηματικού δανείου. Περιορίζει όμως το λεγόμενο country risk και βελτιώνει το σημείο εκκίνησης από το οποίο τιμολογείται η χρηματοδότηση ελληνικών επιχειρήσεων και τραπεζών. Σε βάθος χρόνου, η διατήρηση αυτής της εικόνας έχει σημασία για το κόστος άντλησης κεφαλαίων, τις επενδύσεις και συνολικά τη χρηματοδότηση της οικονομίας.
Η μεγάλη εικόνα αποτυπώνεται στην πορεία του λόγου χρέους προς ΑΕΠ. Από το 209,4% του ΑΕΠ το 2020, το χρέος υποχώρησε στο 154,2% το 2024 και στο 146,1% το 2025. Για το 2026 προβλέπεται περαιτέρω πτώση στο 136,8%, με την πορεία να συνεχίζεται στο 130,3% το 2027, στο 123% το 2028, στο 117,6% το 2029 και στο 113,2% το 2030.
Η πτώση αυτή δεν οφείλεται μόνο στις πρόωρες αποπληρωμές. Καθοριστικό ρόλο έχει η αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ, καθώς όσο μεγαλώνει η οικονομία τόσο μικρότερο γίνεται το βάρος του υφιστάμενου χρέους σε σχέση με το εισόδημα που παράγει η χώρα. Παράλληλα, τα πρωτογενή πλεονάσματα και η ενεργητική διαχείριση των υποχρεώσεων επιταχύνουν την αποκλιμάκωση.
Το όφελος, επομένως, για τον πολίτη δεν πρέπει να αναζητείται σε μια απευθείας αντιστοίχιση του τύπου «370 εκατ. λιγότεροι τόκοι ίσον 370 εκατ. περισσότερες παροχές». Η πραγματική σχέση είναι πιο σύνθετη αλλά και πιο σημαντική: μικρότερο χρέος, χαμηλότεροι τόκοι και μικρότερος κίνδυνος χρηματοδότησης ενισχύουν τη δημοσιονομική αντοχή της χώρας και μειώνουν την πιθανότητα μια μελλοντική κρίση να καταλήξει ξανά σε απότομες αυξήσεις φόρων, περικοπές ή ακριβό δανεισμό.
Αυτό είναι τελικά το πραγματικό κέρδος των επτά ετών. Τα 12,84 δισ. ευρώ δεν μοιράζονται σήμερα και τα 370 εκατ. ευρώ δεν γίνονται αυτομάτως παροχές αύριο. Μειώνουν όμως έναν λογαριασμό που η ελληνική οικονομία θα πλήρωνε για χρόνια και κάνουν το χρέος λιγότερο περιοριστικό παράγοντα για τις αποφάσεις των επόμενων προϋπολογισμών.
ΣΤΕΛΙΟΣ ΚΡΑΛΟΓΛΟΥ
newmoney.gr