14 Αυγούστου 2026

Ο Ξένιος Ζευς δεν μας ζήτησε να παραδώσουμε τα κλειδιά


Ηλίας Πέσσαχ

Ηνέα κινηματογραφική «Οδύσσεια» ξαναφέρνει στο προσκήνιο μια πανάρχαια ελληνική έννοια που σήμερα ακούγεται σχεδόν προφητική: την ξενία. Τον νόμο του Ξένιου Δία. Την υποχρέωση να υποδέχεσαι τον άγνωστο, να του προσφέρεις ασφάλεια και προστασία. Υπάρχει όμως μια κρίσιμη λεπτομέρεια που η σημερινή Ευρώπη μοιάζει να θυμάται μόνο κατά το ήμισυ. Η ξενία δεν υπήρξε ποτέ μονόπλευρο συμβόλαιο. Ο οικοδεσπότης είχε καθήκον απέναντι στον ξένο, αλλά και ο φιλοξενούμενος απέναντι στον οίκο: να σεβαστεί εκείνον που τον δέχθηκε, τους κανόνες και τα όριά του.

Η φιλοξενία χωρίς αμοιβαιότητα παύει να είναι φιλοξενία και γίνεται παραίτηση του οικοδεσπότη από το δικαίωμα να ορίζει τους κανόνες του ίδιου του σπιτιού του. Οι μνηστήρες της «Οδύσσειας» δεν είναι ένοχοι επειδή είναι ξένοι. Είναι ένοχοι επειδή καταχρώνται τη φιλοξενία: τρέφονται από τον οίκο, περιφρονούν τους κανόνες του και τελικά επιχειρούν να τον ιδιοποιηθούν. Κάπου εδώ ο Όμηρος παύει να είναι λογοτεχνία τριών χιλιάδων ετών και γίνεται ένα εξαιρετικά σύγχρονο πολιτικό ερώτημα: μπορεί μια κοινωνία να παραμείνει ανοιχτή όταν έχει αρχίσει να θεωρεί περίπου ανήθικο το ίδιο της το δικαίωμα να θέτει όρια;

Στις 31 Ιουλίου, σύμφωνα με το ισπανικό υπουργείο Εσωτερικών, περίπου 49.000 άνθρωποι πέρασαν μέσα σε μόλις 24 ώρες από το Μαρόκο στην ισπανική Θεούτα, από ξηρά και θάλασσα. Το ερώτημα είναι απλό: πόσοι πρέπει να περάσουν παράτυπα μέσα σε μία ημέρα για να αναγνωρίσουμε ότι ένα κράτος έχει όχι μόνο δικαίωμα αλλά καθήκον να προστατεύσει τα σύνορά του; Οι 49.000 δεν αρκούν; Χρειάζονται 100.000; Ένα εκατομμύριο; Η φύλαξη των συνόρων δεν είναι «ακροδεξιά» πολιτική. Είναι στοιχειώδης λειτουργία κάθε κυρίαρχου κράτους. Και είναι ταυτόχρονα ανθρωπιστική πολιτική όταν αποτρέπει διακινητές, θανάτους στις διαδρομές και τη μετατροπή απελπισμένων ανθρώπων σε εργαλεία γεωπολιτικής πίεσης. Οι Έλληνες το είδαμε στον Έβρο το 2020, όταν χιλιάδες άνθρωποι κατευθύνθηκαν προς τα ελληνοτουρκικά σύνορα μετά την απόφαση της Άγκυρας να μην εμποδίζει πλέον τη μετακίνησή τους προς την Ευρώπη. Η Ελλάδα έκανε τότε αυτό που όφειλε: προστάτευσε τα σύνορά της. Και ευτυχώς το έκανε. Σύνορο που δεν μπορείς να ελέγξεις δεν είναι σύνορο. Και κράτος που δεν αποφασίζει ποιος εισέρχεται στην επικράτειά του παύει σταδιακά να είναι κυρίαρχο κράτος.

Πίσω όμως από αυτή τη συζήτηση υπάρχει μια βαθύτερη δυτική αντίφαση. Ένα τμήμα της σύγχρονης «προοδευτικής» σκέψης εξετάζει —πολλές φορές δικαίως— με τον αυστηρότερο φακό κάθε αδικία της Δύσης: τον χριστιανικό φονταμενταλισμό, την ακροδεξιά, τον ρατσισμό, τον μισογυνισμό, την ομοφοβία. Όταν όμως ανάλογες αυταρχικές αντιλήψεις προέρχονται από μη δυτικά ιδεολογικά ή θρησκευτικά ρεύματα, εμφανίζεται μια παράξενη αμηχανία. Αν η καταπίεση μιας γυναίκας είναι απαράδεκτη όταν την επιβάλλει ένας λευκός χριστιανός, γιατί γίνεται πολιτισμικά «περίπλοκη» όταν την επιβάλλει ένας θρησκευτικός φονταμενταλιστής άλλης παράδοσης; Τα ανθρώπινα δικαιώματα είτε είναι οικουμενικά είτε δεν είναι ανθρώπινα δικαιώματα. Αυτό πρέπει να ειπωθεί καθαρά για τον πολιτικό ισλαμισμό και τον βίαιο τζιχαντισμό. Υπάρχουν εξτρεμιστικά ρεύματα που απορρίπτουν το κοσμικό κράτος, την ανεξιθρησκία, την ισότητα των φύλων και την ελευθερία της έκφρασης. Δεν χρειάζεται να αποτελούν πλειοψηφία για να είναι επικίνδυνα. Η Ιστορία δεν γράφεται μόνο από πλειοψηφίες. Μια οργανωμένη, φανατισμένη και αποφασισμένη μειοψηφία μπορεί να παράγει δυσανάλογα μεγάλη καταστροφή. Μια δημοκρατία οφείλει να προστατεύει τον μουσουλμάνο πολίτη από τον ρατσισμό και ταυτόχρονα να αντιμετωπίζει χωρίς ενοχές εκείνον που επιχειρεί να μετατρέψει τη θρησκευτική πίστη σε πολιτικό ολοκληρωτισμό.

Το ίδιο αφορά το Ισραήλ, τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη. Η κριτική σε οποιαδήποτε ισραηλινή κυβέρνηση, στις στρατιωτικές της επιλογές ή σε παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου είναι απολύτως θεμιτή. Αλλά οργανώσεις που χρησιμοποιούν τρομοκρατία, απαγωγές και δολοφονίες αμάχων δεν μπορούν να επιβραβεύονται στρατηγικά. Η τρομοκρατία δεν μπορεί να ανταμείβεται. Γιατί κάθε φορά που ο τρόμος παράγει πολιτικό κέρδος, προετοιμάζει τον επόμενο τρόμο. Η στρατηγική ήττα του βίαιου ισλαμιστικού εξτρεμισμού δεν είναι μόνο ισραηλινό ή αμερικανικό συμφέρον. Είναι συμφέρον κάθε δημοκρατικής κοινωνίας.

Και κάπου εδώ επιστρέφουμε στην Ελλάδα. Το καλοκαίρι του 2025 το Crown Iris, με περίπου 1.700 Ισραηλινούς επιβάτες, αναχώρησε από τη Σύρο χωρίς οι τουρίστες να αποβιβαστούν, μετά την κατάσταση που δημιουργήθηκε στο λιμάνι. Ακολούθησαν αντίστοιχες κινητοποιήσεις σε άλλα νησιά. Η πολιτική απάντηση τότε ήταν σαφής: η νόμιμη είσοδος επισκεπτών δεν μπορεί να εμποδίζεται και ο νόμος πρέπει να εφαρμόζεται. Κι όμως, το 2026 το ίδιο κρουαζιερόπλοιο βρέθηκε ξανά στο στόχαστρο κινητοποιήσεων, μεταξύ άλλων στον Πειραιά. Πόσες φορές πρέπει να επαναληφθεί το ίδιο έργο μέχρι η προστασία των νόμιμων επισκεπτών να πάψει να εξαρτάται από το πόσο μακριά θα αποφασίσει να φτάσει κάθε συγκέντρωση; Η διαδήλωση υπέρ των Παλαιστινίων και η κριτική στην κυβέρνηση του Ισραήλ είναι δικαιώματα.

Το να θεωρείς όμως έναν άνθρωπο ανεπιθύμητο απλώς επειδή κρατά ισραηλινό διαβατήριο δεν είναι εξωτερική πολιτική. Είναι συλλογική ενοχοποίηση. Ο Ισραηλινός τουρίστας δεν είναι ο πρωθυπουργός του Ισραήλ. Είναι ένας νόμιμος επισκέπτης της χώρας μας. Και αν ξεκινήσαμε από τον Ξένιο Δία, τότε ας ολοκληρώσουμε τη σκέψη: ξένος είναι και ο Ισραηλινός. Η ξενία δεν σταματά εκεί όπου αρχίζει ένα ισραηλινό διαβατήριο.

Εδώ η ευθύνη της Πολιτείας είναι συγκεκριμένη. Το Υπουργείο Τουρισμού δεν μπορεί να διαφημίζει το Greek hospitality και να θεωρεί ξένο προς την αποστολή του το αν ένας νόμιμος επισκέπτης μπορεί να αποβιβαστεί με ασφάλεια σε ελληνικό λιμάνι. Και το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη δεν μπορεί να περιορίζεται σε εξαγγελίες. Κανένας αυτοδιορισμένος όχλος δεν διαθέτει δικαίωμα βέτο ως προς το ποια εθνικότητα δικαιούται να περπατήσει σε ελληνικό έδαφος. Το δικαίωμα στη διαδήλωση προστατεύεται. Το ίδιο όμως πρέπει να προστατεύεται και ο επισκέπτης. Ο νόμος δεν αρκεί να ανακοινώνεται. Πρέπει να εφαρμόζεται.

Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι όταν η λογική της συλλογικής ενοχοποίησης εισέρχεται στον χώρο της Υγείας. Το Σωματείο Εργαζομένων του «Ευαγγελισμού» είχε χαρακτηρίσει το Crown Iris «ανεπιθύμητο». Αυτό ασφαλώς δεν εκπροσωπεί συλλήβδην τους γιατρούς του νοσοκομείου. Όμως για κάθε γιατρό που υιοθετεί συλλογικούς χαρακτηρισμούς με κριτήριο την εθνικότητα υπάρχει ένα απλό ερώτημα: πού ακριβώς συναντά αυτό την ιατρική δεοντολογία; Ένας γιατρός δικαιούται να καταδικάζει μια κυβέρνηση. Δεν δικαιούται να βλέπει ανθρώπους ως συλλογικά ενόχους λόγω καταγωγής χωρίς να τραυματίζει την ίδια την ηθική βάση του επαγγέλματός του. Πανελλήνιε Ιατρικέ Σύλλογε, εδώ υπάρχει κάτι που αξίζει να ειπωθεί δυνατά και χωρίς αστερίσκους.

Και ύστερα έρχεται το Σύνταγμα. Αν ακροδεξιοί επιτίθεντο σε δύο μουσουλμάνους τουρίστες επειδή ήταν μουσουλμάνοι, η καταδίκη θα ήταν —και σωστά— καθολική. Γιατί λοιπόν όταν το θύμα είναι Εβραίος ή Ισραηλινός εμφανίζεται τόσο συχνά ένα «ναι, αλλά»; Ο Εβραίος της Αθήνας δεν είναι η κυβέρνηση του Ισραήλ, όπως ο μουσουλμάνος της Αθήνας δεν είναι η Χαμάς ή το ISIS. Αν ο ακροδεξιός που επιτίθεται σε έναν μουσουλμάνο είναι ρατσιστής —και είναι— τότε και ο αυτοαποκαλούμενος «αντιφασίστας» που επιτίθεται σε έναν Εβραίο λόγω της ταυτότητάς του είναι επίσης ρατσιστής. Ο ρατσισμός δεν αλλάζει όνομα επειδή ο δράστης κρατά τη «σωστή» σημαία.

Η Ευρώπη δεν χρειάζεται να γίνει λιγότερο ανθρώπινη. Χρειάζεται να γίνει λιγότερο αφελής και περισσότερο συνεπής. Να προστατεύει τον διωκόμενο αλλά και τα σύνορά της. Να ενσωματώνει εκείνον που θέλει να γίνει μέρος της κοινωνίας της και να απαιτεί σεβασμό στους νόμους της. Να προστατεύει τον μουσουλμάνο από τον ρατσισμό και τον Εβραίο από τον αντισημιτισμό. Να προστατεύει το δικαίωμα της διαδήλωσης υπέρ των Παλαιστινίων και ταυτόχρονα τον Ισραηλινό που περπατά δίπλα στη διαδήλωση. Η ενσωμάτωση δεν σημαίνει ότι η κοινωνία υποδοχής εγκαταλείπει τις αξίες της. Σημαίνει ότι όποιος επιλέγει να ζήσει σε αυτήν αποδέχεται τον δημοκρατικό πυρήνα τους. Αυτό δεν είναι δεξιά πολιτική. Δεν είναι ακροδεξιά. Είναι φιλελεύθερη δημοκρατία.

Και έτσι επιστρέφουμε στον Όμηρο. Ο οικοδεσπότης οφείλει να ανοίξει την πόρτα στον ξένο. Ο ξένος οφείλει να σεβαστεί τον οίκο που τον υποδέχεται. Και ο οικοδεσπότης οφείλει να προστατεύσει τον φιλοξενούμενό του. Ο Ξένιος Ζευς ισχύει στον Έβρο και στη Θεούτα, αλλά ισχύει και στη Σύρο. Ισχύει για τον πρόσφυγα και τον μουσουλμάνο μετανάστη. Ισχύει και για τον Ισραηλινό τουρίστα και για τον Εβραίο που περπατά στο Σύνταγμα. Ο δυτικός πολιτισμός δεν κινδυνεύει επειδή άνοιξε την πόρτα του στον ξένο. Κινδυνεύει όταν ντρέπεται να πει ότι το σπίτι έχει κανόνες, όταν φοβάται να ονομάσει τον φανατισμό, όταν ο νόμος αλλάζει ανάλογα με τον δράστη και το θύμα και όταν ένας Εβραίος πρέπει πρώτα να αποδείξει ότι έχει τις «σωστές» απόψεις για το Ισραήλ για να δικαιούται προστασία.

Ο Ξένιος Ζευς μάς δίδαξε να ανοίγουμε την πόρτα στον ξένο. Δεν μας ζήτησε ποτέ να παραδώσουμε τα κλειδιά.

* Ο Ηλίας Πέσσαχ είναι  Αναπλ. Καθηγητής Αιματολογίας

liberal.gr