Στο 87% των υποθέσεων που έχουν κριθεί η Βουλή λέει «ναι», αποτυπώνοντας τον διαφορετικό τρόπο, με τον οποίο αντιμετωπίζονται τα αιτήματα των εισαγγελικών Αρχών.
Δύο ακόμη άρσεις βουλευτικής ασυλίας ήρθαν την περασμένη Πέμπτη (17/9/2026) να προστεθούν σε έναν κατάλογο, που μεγαλώνει διαρκώς και αποτυπώνει μια βαθιά αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο η Βουλή, αντιμετωπίζει πλέον τα αιτήματα των εισαγγελικών Αρχών. Η Ολομέλεια αποφάσισε την άρση της ασυλίας του Δημήτρη Αβραμόπουλου και της προέδρου της Πλεύσης Ελευθερίας, Ζωής Κωνσταντοπούλου. Για τον πρώην επίτροπο και βουλευτή της Ν.Δ. ψήφισαν υπέρ 264 βουλευτές και δύο δήλωσαν «παρών», ενώ για τη Ζ. Κωνσταντοπούλου υπέρ τάχθηκαν 175 και κατά 90.
Η καταμέτρηση αφορά διαφορετικά πρόσωπα και όχι αριθμό υποθέσεων, καθώς αρκετοί βουλευτές εμφανίζονται στον πίνακα περισσότερες από μία φορές, με χαρακτηριστικότερα παραδείγματα τη Ζ. Κωνσταντοπούλου, τον Παύλο Πολάκη, την Ελενα Ακρίτα αλλά και άλλους που έχουν βρεθεί ενώπιον της ίδιας διαδικασίας σε περισσότερες υποθέσεις.
Η εικόνα διατρέχει σχεδόν ολόκληρο το πολιτικό φάσμα. Με βάση την κομματική ιδιότητα που καταγράφεται κατά την πρώτη άρση ασυλίας κάθε προσώπου, 27 είναι βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας, 11 των «Σπαρτιατών», οκτώ του ΠΑΣΟΚ, έξι του ΣΥΡΙΖΑ, τρεις της Νέας Αριστεράς, τρεις της Νίκης και τρεις ανεξάρτητοι. Δύο προέρχονται από την Ελληνική Λύση, μία από την Πλεύση Ελευθερίας και ένας από το ΚΚΕ. Στη μεγάλη αύξηση του αριθμού των «γαλάζιων» βουλευτών συνέβαλαν και οι ομαδικές υποθέσεις, όπως εκείνη του ΟΠΕΚΕΠΕ όπου η Βουλή ήρε την ασυλία 13 βουλευτών της Ν.Δ.
Η διαδικασία έχει αγγίξει ακόμη και την κορυφή των κοινοβουλευτικών κομμάτων. Τέσσερις πολιτικοί αρχηγοί έχουν βρεθεί αντιμέτωποι με αίτημα άρσης ασυλίας στην τρέχουσα περίοδο: ο Βασίλης Στίγκας, ο Κυριάκος Βελόπουλος, η Ζ. Κωνσταντοπούλου και ο Αλέξης Χαρίτσης. Για τους τρεις πρώτους η Ολομέλεια έχει αποφασίσει τουλάχιστον μία φορά την άρση της ασυλίας τους.
Στην περίπτωση του Αλ. Χαρίτση, αντίθετα, το αίτημα απορρίφθηκε από την Ολομέλεια, η οποία έκρινε ότι κατηγορείτο για αδίκημα το οποίο είχε απόλυτη συνάφεια με την κοινοβουλευτική δράση του, παρά το γεγονός ότι ο τότε πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Νέας Αριστεράς, είχε ζητήσει την άρση της ασυλίας του.
Ακόμη πιο καθαρή γίνεται η εικόνα όταν εξεταστούν οι υποθέσεις και όχι τα πρόσωπα. Με τις άρσεις Αβραμόπουλου και Κωνσταντοπούλου, οι θετικές αποφάσεις ανέρχονται πλέον σε 65. Με βάση τα εισαγγελικά αιτήματα που έχουν διαβιβαστεί στη Βουλή, τελικά η Ολομέλεια έλαβε θετικές αποφάσεις για άρση ασυλίας περίπου στο 87% των περιπτώσεων.
Η σύγκριση με το παρελθόν είναι εντυπωσιακή. Από το 1974 μέχρι περίπου το 2000, από σχεδόν 700 αιτήματα άρσης ασυλίας είχαν γίνει δεκτά μόλις πέντε – ποσοστό μικρότερο του 1%. Δηλαδή, η παλαιότερη κοινοβουλευτική πρακτική ήταν σχεδόν αντίστροφη από τη σημερινή.
Υπάρχει όμως και μία ακόμη αλλαγή, αυτή τη φορά στη στάση των ίδιων των πολιτικών. Σε σειρά υποθέσεων οι εγκαλούμενοι βουλευτές ζητούν οι ίδιοι από τη Βουλή να επιτρέψει στη Δικαιοσύνη να εξετάσει την υπόθεσή τους αντί να επικαλούνται την κοινοβουλευτική προστασία. Ενδεικτική είναι η πρόσφατη υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, όπου και οι 13 εμπλεκόμενοι βουλευτές ζήτησαν την άρση της ασυλίας τους.
Οι αριθμοί καταγράφουν μια σαφή θεσμική μεταστροφή: η προστασία αποτελεί πλέον την εξαίρεση και η άρση, όταν η υπόθεση δεν σχετίζεται με την πολιτική δράση του βουλευτή, έχει γίνει ο κανόνας.
Γιώργος Γεωργαντάς: «Αλλαγή που ενισχύει τη διαφάνεια»
Μιλώντας στην «R», ο πρόεδρος της Επιτροπής Κοινοβουλευτικής Δεοντολογίας, Γιώργος Γεωργαντάς, κάνει λόγο για αλλαγή αντίληψης του πολιτικού συστήματος, η οποία δημιουργεί νέα δεδομένα.
«Τα τελευταία χρόνια έχει διαμορφωθεί στη Βουλή, μια διαφορετική αντίληψη γύρω από το ζήτημα της βουλευτικής ασυλίας. Η Επιτροπή Κοινοβουλευτικής Δεοντολογίας εξετάζει κάθε υπόθεση με βάση το Σύνταγμα και τα πραγματικά δεδομένα που τη συνοδεύουν, χωρίς λογικές αυτοπροστασίας του πολιτικού συστήματος. Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι στις περισσότερες περιπτώσεις υπάρχει ευρεία, συχνά και ομόφωνη, συνεννόηση μεταξύ των κομμάτων ως προς την εφαρμογή αυτής της Αρχής», αναφέρει.
Σύμφωνα με τον πρόεδρο της Επιτροπής, έχει εμπεδωθεί πλέον μια κοινή αντίληψη ότι η ασυλία οφείλει να προστατεύει την ελεύθερη άσκηση των κοινοβουλευτικών καθηκόντων και όχι να λειτουργεί ως γενική ασπίδα απέναντι στη Δικαιοσύνη. Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η στάση των ίδιων των βουλευτών, οι οποίοι στη μεγάλη πλειονότητα των περιπτώσεων ζητούν και οι ίδιοι να ακολουθηθεί η κανονική δικαστική διαδικασία. «Πρόκειται για μια θεσμική αλλαγή που ενισχύει τη διαφάνεια και την εμπιστοσύνη στους κοινοβουλευτικούς θεσμούς», τονίζει ο Γ. Γεωργαντάς.
Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΛΥΚΟΥΡΕΝΤΖΟΥ – ΠΗΓΗ: Realnews