Οι Ισραηλινοί προσήλθαν μαζικά στις κάλπες, αλλά η ετυμηγορία τους, όπως αποτυπώθηκε στα πρώτα exit polls, δεν έδωσε σε κανέναν από τους δύο βασικούς διεκδικητές της εξουσίας τη δυνατότητα να σχηματίσει κυβέρνηση. Το Λικούντ παραμένει πρώτο κόμμα, ο αντιπολιτευτικός χώρος εμφανίζεται ενισχυμένος και τα αραβικά κόμματα αναδεικνύονται σε καθοριστικό παράγοντα μιας εξαιρετικά δύσκολης κοινοβουλευτικής εξίσωσης.
Οι εκλογές της 27ης Οκτωβρίου στο Ισραήλ φαίνεται πως ολοκληρώθηκαν χωρίς να δώσουν απάντηση στο σημαντικότερο πολιτικό ερώτημα της αναμέτρησης: ποιος θα κυβερνήσει τη χώρα την επόμενη ημέρα. Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου διατήρησε, σύμφωνα με τα exit polls, την πρωτιά του Λικούντ, επιβεβαιώνοντας την ανθεκτικότητα της εκλογικής του βάσης ακόμη και έπειτα από μια περίοδο βαθιάς πολιτικής και κοινωνικής κρίσης.
Ο Γκάντι Αϊζενκοτ, από την άλλη, εμφανίζεται να έχει πετύχει κάτι εξίσου σημαντικό: τη διαμόρφωση μιας κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας κομμάτων που αντιτίθενται στη συνέχιση της σημερινής διακυβέρνησης. Μόνο που αυτή η πλειοψηφία δεν αποτελεί ενιαίο πολιτικό συνασπισμό και, κυρίως, δεν έχει συμφωνήσει σε ένα κοινό κυβερνητικό πρόγραμμα.
Exit Poll Channel 12 :
Μπλοκ αντιπολίτευσης (εβραϊκά κόμματα): Αναδεικνύεται στο μεγαλύτερο κοινοβουλευτικό μπλοκ, συγκεντρώνοντας συνολικά 52 έδρες.
Συνασπισμός Νετανιάχου: Τα κόμματα που στηρίζουν τον νυν πρωθυπουργό συγκεντρώνουν 50 έδρες.
Αραβικά κόμματα: Καταγράφουν ιστορικό ρεκόρ στα κοινοβουλευτικά χρονικά της χώρας, αποσπώντας 18 έδρες. Τα κόμματα αυτά τοποθετούνται επίσης απέναντι στον Νετανιάχου.
Exit Poll Channel 13 :
Λικούντ (Μπενιαμίν Νετανιάχου): Αναδεικνύεται πρώτο κόμμα με 25 έδρες, διαψεύδοντας τις δημοσκοπήσεις των προηγούμενων εβδομάδων που το έφεραν σταθερά στη δεύτερη θέση.
Yashar (Γκάντι Άιζενκοτ): Το κεντρώο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης ακολουθεί σε απόσταση αναπνοής, αποσπώντας 23 έδρες.
Μπλοκ αντιπολίτευσης (υπό τον Άιζενκοτ): Προηγείται συνολικά με 53 έδρες.
Δεξιός-θρησκευτικός συνασπισμός (υπό τον Νετανιάχου): Συγκεντρώνει 50 έδρες.
Αραβικά κόμματα: Καταγράφουν ιστορικό υψηλό εκλογικής ισχύος με 17 έδρες, τασσόμενα εξίσου απέναντι σε μια κυβέρνηση υπό τον Νετανιάχου.
Exit Poll i24News:
Λικούντ (Μπενιαμίν Νετανιάχου): 27
Yashar! (Γκάντι Άιζενκοτ): 20
Μπλοκ Νετανιάχου: 55 έδρες
Μπλοκ Αλλαγής (Αντιπολίτευση): 49 έδρες
Αραβικά κόμματα: 16 έδρες
Με το όριο της απόλυτης πλειοψηφίας στην 120μελή Κνεσέτ να βρίσκεται στις 61 έδρες, κανένα από τα δύο παραδοσιακά στρατόπεδα δεν διαθέτει αυτοδύναμη κοινοβουλευτική δύναμη, καθιστώντας την αραβική εκπροσώπηση και τις επόμενες συμμαχίες κρίσιμο ρυθμιστικό παράγοντα για την αποφυγή παρατεταμένης πολιτικής παράλυσης.
Για πλήρη ανατροπή μιλα το φιλοκυβερνητικο channel 14
Δραματική ανατροπή σε σχέση με όλα τα υπόλοιπα τηλεοπτικά δίκτυα καταγράφει η νέα επικαιροποίηση του δείγματος του Channel 14 από τον δημοσκόπο Σλόμο Φίλμπερ, η οποία αποτελεί τη μοναδική μέτρηση που προβλέπει καθαρή κυβερνητική πλειοψηφία για τον δεξιό-θρησκευτικό συνασπισμό.
Σύμφωνα με την αναθεωρημένη ανάλυση του Φίλμπερ, η εκλογική εξίσωση αλλάζει ριζικά λόγω της κατάρρευσης του κόμματος Yisrael Beiteinu του Αβιγκντόρ Λίμπερμαν, το οποίο εκτιμάται πλέον ότι δεν συγκεντρώνει το απαιτούμενο 3,25% και μένει εκτός της 26ης Κνεσέτ.
Η εξέλιξη αυτή οδηγεί σε αναδιανομή των εδρών υπέρ των παρατάξεων του δεξιού στρατοπέδου:
Λικούντ (Μπενιαμίν Νετανιάχου): Εκτοξεύεται στις 31 έδρες.
Shas: Ενισχύεται στις 10 έδρες.
Συνολική δύναμη Μπλοκ Νετανιάχου: Ανέρχεται στις 62 έδρες, ξεπερνώντας το όριο των 61 εδρών και εξασφαλίζοντας αυτοδύναμη πλειοψηφία.
Η εικόνα που διαμορφώνεται από τις προβολές των τηλεοπτικών δικτύων Kan 11, Channel 12 και Channel 13 παραπέμπει σε μια παρατεταμένη περίοδο διαπραγματεύσεων, στην οποία οι προεκλογικές δεσμεύσεις ενδέχεται να αποδειχθούν σημαντικότερο εμπόδιο ακόμη και από τις ιδεολογικές διαφορές. Το αποτέλεσμα, εφόσον επιβεβαιωθεί από την καταμέτρηση, θα σημαίνει ότι η απερχόμενη κυβέρνηση χάνει την κοινοβουλευτική της πλειοψηφία, αλλά η αντιπολίτευση δεν αποκτά αυτομάτως την εξουσία.
Η πρωτιά του Νετανιάχου και το όριο των 61 εδρών
Το ισραηλινό εκλογικό σύστημα δεν επιβραβεύει υποχρεωτικά τον αρχηγό του πρώτου κόμματος με την πρωθυπουργία. Η Κνεσέτ αριθμεί 120 έδρες και η δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης εξαρτάται από την εξασφάλιση κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας τουλάχιστον 61 βουλευτών. Αυτός είναι ο αριθμός που καθορίζει τις μετεκλογικές διαπραγματεύσεις και όχι αποκλειστικά η διαφορά ανάμεσα στα δύο μεγαλύτερα κόμματα.
Το Λικούντ, σύμφωνα με τις πρώτες προβολές, προηγείται του Yashar του Αϊζενκοτ κατά δύο έως τρεις έδρες. Πρόκειται για αποτέλεσμα που επιτρέπει στον Νετανιάχου να υποστηρίξει ότι παραμένει ο ισχυρότερος μεμονωμένος πολιτικός παράγοντας της χώρας. Δεν του εξασφαλίζει, ωστόσο, την αναγκαία στήριξη για να συνεχίσει να κυβερνά με τους μέχρι σήμερα συμμάχους του.
Αυτό είναι και το σημαντικότερο πρόβλημα για τον μακροβιότερο πρωθυπουργό στην ιστορία του Ισραήλ. Η προσωπική του εκλογική επιρροή εξακολουθεί να είναι σημαντική, αλλά δεν μεταφράζεται απαραίτητα σε δυνατότητα συγκρότησης κυβερνητικού συνασπισμού. Τα κόμματα που αντιτίθενται στην απερχόμενη κυβέρνηση εμφανίζονται να συγκεντρώνουν περισσότερες από 60 έδρες, χωρίς όμως να συμφωνούν μεταξύ τους για τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν αυτή την πλειοψηφία.
Υπάρχει, άλλωστε, ένα ιστορικό προηγούμενο το οποίο γνωρίζει καλύτερα από οποιονδήποτε ο ίδιος ο Νετανιάχου. Στις εκλογές του 2009, το Καντίμα της Τζίπι Λίβνι αναδείχθηκε πρώτο κόμμα, εξασφαλίζοντας 28 έδρες έναντι 27 του Λικούντ. Παρ' όλα αυτά, ο Νετανιάχου ήταν εκείνος που σχημάτισε κυβέρνηση, καθώς διέθετε περισσότερες δυνατότητες συμμαχιών. Δεκαεπτά χρόνια αργότερα, ο ίδιος μπορεί να βρεθεί στην αντίστροφη θέση: να έχει κερδίσει την εκλογική πρωτιά, αλλά να μην μπορεί να εξασφαλίσει την πρωθυπουργία.
Οι αραβικές ψήφοι αλλάζουν τους συσχετισμούς
Μία από τις σημαντικότερες εξελίξεις της εκλογικής αναμέτρησης είναι η επίδοση των αραβικών κομμάτων. Σύμφωνα με τα exit polls, οι πολιτικοί σχηματισμοί που εκπροσωπούν κυρίως τον αραβικό πληθυσμό του Ισραήλ συγκεντρώνουν συνολικά 17 έως 18 έδρες, αριθμός που τους καθιστά καθοριστικούς για την τελική κατανομή των κοινοβουλευτικών δυνάμεων.
Η ενίσχυσή τους φαίνεται να συνδέεται με την κινητοποίηση ψηφοφόρων που επιδιώκουν να αποτρέψουν την παραμονή της δεξιάς και της ακροδεξιάς στην εξουσία. Ωστόσο, η εκλογική τους επιτυχία δημιουργεί ένα πολιτικό παράδοξο. Οι έδρες τους μπορούν να στερήσουν από τον Νετανιάχου την πλειοψηφία, αλλά δεν είναι βέβαιο ότι μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τον σχηματισμό μιας κυβέρνησης υπό τον Αϊζενκοτ.
Ο πρώην αρχηγός των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων έχει θέσει συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τους πιθανούς κυβερνητικούς του εταίρους, οι οποίες δυσκολεύουν τη συνεργασία με τα αραβικά κόμματα. Η πολιτική του φυσιογνωμία, η στρατιωτική του διαδρομή και η προσπάθειά του να απευθυνθεί σε ένα ευρύτερο ακροατήριο του πολιτικού κέντρου περιορίζουν τα περιθώρια μιας τέτοιας επιλογής.
Ακόμη και μια συμφωνία κοινοβουλευτικής υποστήριξης με το Ra'am του Μανσούρ Αμπάς δεν φαίνεται, με βάση τις πρώτες προβολές, να αρκεί από μόνη της για την επίλυση του προβλήματος. Μια ευρύτερη συνεννόηση με την Κοινή Λίστα θα προκαλούσε ακόμη μεγαλύτερες αντιδράσεις μεταξύ των δυνητικών εταίρων του Αϊζενκοτ.
Εδώ βρίσκεται μία από τις ουσιαστικότερες αντιφάσεις της εκλογικής αναμέτρησης. Οι αραβικές πολιτικές δυνάμεις μπορεί να έχουν συμβάλει αποφασιστικά στην αποδυνάμωση του απερχόμενου συνασπισμού, αλλά η συμμετοχή τους στη διαμόρφωση της επόμενης κυβέρνησης εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται με επιφυλάξεις από σημαντικό τμήμα της εβραϊκής πολιτικής εκπροσώπησης.
Ο ρόλος των υπερορθόδοξων και η στρατιωτική θητεία
Η δεύτερη πιθανή διέξοδος για τον Αϊζενκοτ περνά μέσα από τα δύο υπερορθόδοξα κόμματα, τα οποία εμφανίζονται να συγκεντρώνουν συνολικά 12 έδρες. Η συμμετοχή τους σε έναν νέο κυβερνητικό συνασπισμό θα μπορούσε να προσφέρει την απαιτούμενη αριθμητική πλειοψηφία, αλλά θα δημιουργούσε σοβαρά προβλήματα στη συνοχή του.
Το μεγαλύτερο εμπόδιο είναι το ζήτημα της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας των υπερορθόδοξων Εβραίων, το οποίο έχει εξελιχθεί σε μία από τις βαθύτερες κοινωνικές και πολιτικές αντιπαραθέσεις στο Ισραήλ.
Μετά τις πολεμικές επιχειρήσεις που ακολούθησαν την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023, το θέμα της κατανομής των στρατιωτικών υποχρεώσεων απέκτησε ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα. Σημαντικό μέρος της ισραηλινής κοινωνίας ζητά να περιοριστούν οι εξαιρέσεις από τη στράτευση, ενώ τα υπερορθόδοξα κόμματα επιδιώκουν να προστατεύσουν το καθεστώς των σπουδαστών των θρησκευτικών σχολών.
Για τον Αϊζενκοτ, η συνεργασία μαζί τους θα αποτελούσε δύσκολο πολιτικό συμβιβασμό. Θα μπορούσε να εξασφαλίσει την πρωθυπουργία, αλλά ταυτόχρονα να υπονομεύσει μία από τις σημαντικές δεσμεύσεις του αντιπολιτευτικού χώρου.
Τα υπερορθόδοξα κόμματα, γνωρίζοντας τη διαπραγματευτική τους ισχύ, θα μπορούσαν να απαιτήσουν ουσιαστικές εγγυήσεις για τη στρατολογία, τη χρηματοδότηση των θρησκευτικών ιδρυμάτων και τη διατήρηση της αυτονομίας των κοινοτήτων τους. Μια τέτοια συμφωνία θα προκαλούσε αντιδράσεις μεταξύ των κομμάτων που έχουν στηρίξει την ανάγκη μεταρρύθμισης του υφιστάμενου συστήματος.
Το σενάριο των 67 εδρών και η θέση του Μπένετ
Υπάρχει, πάντως, μία ακόμη κυβερνητική επιλογή που προκύπτει από την εκλογική αριθμητική και η οποία, τουλάχιστον θεωρητικά, θα μπορούσε να προσφέρει μεγαλύτερη σταθερότητα.
Ένας συνασπισμός μεταξύ του Λικούντ, του Yashar, του B'Yachad του πρώην πρωθυπουργού Ναφτάλι Μπένετ και του Yisrael Beytenu θα συγκέντρωνε, σύμφωνα με τις προβολές που επικαλείται η Jerusalem Post, 67 έδρες.
Πρόκειται για ένα σχήμα που θα απέκλειε τόσο τα αραβικά και τα υπερορθόδοξα κόμματα όσο και τις δυνάμεις της σκληρής δεξιάς και της αριστεράς. Θα μπορούσε να παρουσιαστεί ως κυβέρνηση ευρύτερης πολιτικής συνεργασίας, με προτεραιότητες την εθνική ασφάλεια, την οικονομία και την αντιμετώπιση των εσωτερικών διαιρέσεων.
Το πρόβλημα, ωστόσο, είναι πρωτίστως πολιτικό και προσωπικό.
Ο Αϊζενκοτ και άλλοι αντίπαλοι του Νετανιάχου έχουν δεσμευθεί ότι δεν θα συμμετάσχουν σε κυβέρνηση υπό την ηγεσία του. Η αποδοχή μιας τέτοιας συνεργασίας θα απαιτούσε ουσιαστική αναθεώρηση της προεκλογικής τους στάσης, με σημαντικό κόστος για την αξιοπιστία τους.
Ο Μπένετ, από την πλευρά του, θα μπορούσε να αποκτήσει ιδιαίτερη βαρύτητα στις διαπραγματεύσεις, καθώς η συμμετοχή του θα ήταν κρίσιμη για μια ευρύτερη συνεννόηση. Το γεγονός ότι έχει ήδη διατελέσει πρωθυπουργός και έχει εμπειρία στη συγκρότηση ετερόκλητων κυβερνητικών συμμαχιών προσθέτει ένα ακόμη στοιχείο στη μετεκλογική εξίσωση.
Ωστόσο, μια κυβέρνηση 67 εδρών δεν μπορεί να θεωρηθεί ρεαλιστική μόνο επειδή οι αριθμοί επαρκούν. Θα απαιτούσε συμφωνία για την πρωθυπουργία, τη σύνθεση του υπουργικού συμβουλίου, τις πολιτικές προτεραιότητες και, κυρίως, το πολιτικό μέλλον του Νετανιάχου.
Η επόμενη ημέρα και ο κίνδυνος νέων εκλογών
Η μαζική συμμετοχή των Ισραηλινών στις κάλπες δείχνει το ιδιαίτερο βάρος που απέδωσαν στην αναμέτρηση. Το αποτέλεσμα, όμως, εφόσον επιβεβαιωθούν οι πρώτες προβολές, δεν θα προσφέρει την καθαρή πολιτική λύση που επιδίωκαν τα δύο βασικά στρατόπεδα.
Ο Νετανιάχου θα επιχειρήσει να αξιοποιήσει την πρωτιά του Λικούντ ως επιχείρημα πολιτικής νομιμοποίησης. Ο Αϊζενκοτ θα επικαλεστεί την ευρύτερη κοινοβουλευτική πλειοψηφία των κομμάτων που αντιτίθενται στην απερχόμενη κυβέρνηση. Κανένα από τα δύο επιχειρήματα, ωστόσο, δεν αρκεί για να εξασφαλίσει τον σχηματισμό κυβέρνησης.
Μετά την οριστικοποίηση των αποτελεσμάτων, ο πρόεδρος του Ισραήλ θα πραγματοποιήσει διαβουλεύσεις με τις κοινοβουλευτικές παρατάξεις, προκειμένου να αναθέσει την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον βουλευτή που εκτιμά ότι διαθέτει τις περισσότερες πιθανότητες να συγκροτήσει βιώσιμο συνασπισμό. Η διαδικασία αυτή δεν εξαρτάται υποχρεωτικά από το ποιο κόμμα κατέλαβε την πρώτη θέση.
Οι διαπραγματεύσεις που θα ακολουθήσουν ενδέχεται να διαρκέσουν εβδομάδες και να αναδείξουν αντιθέσεις που κατά την προεκλογική περίοδο είχαν καλυφθεί από τον κοινό στόχο της εκλογικής επικράτησης.
Για τον Νετανιάχου, το διακύβευμα είναι η πολιτική του επιβίωση και η δυνατότητα να συνεχίσει να καθορίζει την πορεία της χώρας. Για τον Αϊζενκοτ, είναι η μετατροπή της αντιπολιτευτικής δυναμικής σε κυβερνητική πλειοψηφία, χωρίς να απολέσει την αξιοπιστία πάνω στην οποία οικοδόμησε την υποψηφιότητά του.
Η διαφορά ανάμεσα στους δύο είναι ότι ο Νετανιάχου διαθέτει μακρά εμπειρία στις διαπραγματεύσεις σχηματισμού κυβερνήσεων, ενώ ο Αϊζενκοτ καλείται να αποδείξει ότι μπορεί να ενώσει πολιτικές δυνάμεις με διαφορετικές και συχνά αντικρουόμενες επιδιώξεις.
Σχεδόν τρία χρόνια μετά την 7η Οκτωβρίου 2023, η ισραηλινή κοινωνία εμφανίζεται να αναζητά μια νέα πολιτική ισορροπία, χωρίς να έχει διαμορφωθεί ακόμη μια σαφής πλειοψηφική πρόταση διακυβέρνησης.
Το αποτέλεσμα της 27ης Οκτωβρίου μπορεί να σηματοδοτεί την αποδυνάμωση του κυβερνητικού συνασπισμού του Νετανιάχου, αλλά δεν συνιστά αυτομάτως το τέλος της πολιτικής του κυριαρχίας. Αντίστοιχα, η ενίσχυση του αντιπολιτευτικού χώρου δεν εξασφαλίζει στον Αϊζενκοτ την πρωθυπουργία.
Οι επόμενες εβδομάδες θα κρίνουν εάν οι πολιτικές ηγεσίες είναι διατεθειμένες να εγκαταλείψουν ορισμένες από τις δεσμεύσεις τους προκειμένου να σχηματίσουν κυβέρνηση ή εάν το Ισραήλ θα βρεθεί ξανά αντιμέτωπο με την προοπτική μιας νέας εκλογικής αναμέτρησης.

