05 Οκτωβρίου 2026

Οι Αιγύπτιοι εισαγγελείς προτείνουν να απορριφθούν οι προσφυγές της Μονής Σινά, κινδυνεύει να χάσει άλλα 10 ακίνητα


Με τον χρόνο να μετράει αντίστροφα για την έκδοση της απόφασης του αιγυπτιακού Αρείου Πάγου για την Ιερά Μονή της Αγίας Αικατερίνης του Σινά στις 24 Οκτωβρίου και ενώ παλινωδίες και εσωτερικές έριδες της Αδελφότητας έχουν εμποδίσει μέχρι στιγμής την επίτευξη συμφωνίας μεταξύ Μονής και αιγυπτιακού κράτους, οι πληροφορίες από αιγυπτιακά ΜΜΕ για την εισήγηση των δύο ανώτατων εισαγγελέων για την υπόθεση προοιωνίζεται δραματικές εξελίξεις για την Ιερά Μονή.

Το γεγονός, μάλιστα, ότι σύμφωνα με πληροφορίες δεν θα δοθεί νέα παράταση στην ανακοίνωση της απόφασης του Αιγυπτιακού Αρείου Πάγου έχει σημάνει συναγερμό, καθώς, ενώ ο ηγούμενος Συμεών βρίσκεται στην Αθήνα για λόγους υγείας, κύκλοι γύρω από την Ιερά Μονή προσπαθούν να υπονομεύσουν τη συνέχιση της διαπραγμάτευσης και την υπογραφή Συμφωνίας, η οποία θα καταστήσει άνευ αντικειμένου την δίκη στον Αιγυπτιακό Άρειο Πάγο καθώς προβλέπει ότι οι αιγυπτιακές αρχές θα αποσύρουν την αίτηση αναίρεσης και θα αποδεχθούν ως οριστική διευθέτηση του ζητήματος, την Συμφωνία.

Τι αναφέρουν αιγυπτιακά ΜΜΕ

Σύμφωνα με διαρροή, η οποία δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Matsada2sh, οι εισηγήσεις των δύο ανώτατων εισαγγελέων του Αιγυπτιακού Αρείου Πάγου για τις δύο αιτήσεις αναίρεσης κατά της απόφασης του Εφετείου της Ισμαηλίας (μία από την αιγυπτιακή κυβέρνηση και μία από τη Μονή) προτείνουν να απορριφθεί πλήρως η αίτηση αναίρεσης της Μονής, καταρρίπτοντας στο σύνολό τους τις θέσεις που προβλήθηκαν για απόκτηση κυριότητας μέσω χρησικτησίας.

Συγχρόνως, προτείνεται να γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση αναίρεσης του αιγυπτιακού κράτους και αυτό σημαίνει ότι, εάν το Δικαστήριο δεχθεί την εισαγγελική πρόταση, η Μονή θα απωλέσει ακόμη 10 ακίνητα και θα τεθεί υπό αμφισβήτηση ο θρησκευτικός χαρακτήρας άλλων 28, διακινδυνεύοντας να χάσει κάποια ή και όλα από αυτά τα 28. Χωρίς, βεβαίως, να αποκλείεται και μια ακόμη δυσμενέστερη για τα συμφέροντα της Μονής απόφαση, που θα είχε σαν αποτέλεσμα την απώλεια και άλλων ακινήτων της Μονής.

Σύμφωνα με το σκεπτικό των Αιγύπτιων Εισαγγελέων, η υπόθεση ξεκίνησε όταν η Κυβέρνηση ήγειρε την αγωγή της ενώπιον του Πρωτοδικείου Νοτίου Σινά, με αριθ. 24/2015, κατά της Μονής Αγίας Αικατερίνης, ζητώντας την ανάκτηση 71 γεωτεμαχίων εκ των εκτάσεων της Μονής και την υποχρέωσή της να καταβάλλει την αξία της κάρπωσης και αποζημίωση για την περίοδο καταπάτησης.

Οι κυβερνητικές Αρχές υποστήριξαν στην αγωγή τους πως ορισμένες από τις επίδικες εκτάσεις αποτελούν ιδιοκτησίες του κράτους και ότι η καταπάτησή τους από τη Μονή δεν έχει καμία νομική βάση, ζητώντας την ανάκτησή τους.

Από την πλευρά της, η Μονή Αγίας Αικατερίνης υποστήριξε ότι η νομή της επί των συγκεκριμένων εκτάσεων δεν είναι πρόσφατη, αλλά έχει μακρά ιστορία, ενώ ορισμένα από τα ακίνητα συνδέονται ιστορικά με τη Μονή και με τη θρησκευτική και πολιτιστική της υπόσταση. Υποστήριξε επίσης πως για κάποια επίδικα ακίνητα υφίστανται νομική κατάσταση, συμβόλαια και έγγραφα.

Κατά τη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας και μέσω των εμπειρογνωμόνων που διορίστηκαν στην υπόθεση, εξετάστηκαν η φύση κάθε γεωτεμαχίου και τα χαρακτηριστικά του, καθώς και κατά πόσο αυτό συνδέεται είτε με τη Μονή είτε με θρησκευτικούς ή αρχαιολογικούς χώρους.

Το Πρωτοδικείο Νοτίου Σινά, επί σειρά ετών, εξέτασε την υπόθεση, άκουσε τους ισχυρισμούς των δύο διαδίκων και βασίστηκε σε εκθέσεις εμπειρογνωμόνων περί της φύσεως των επίδικων ακινήτων.

Στις 30 Μαΐου 2022, το δικαστήριο εξέδωσε την απόφασή του επί της αγωγής, διατάζοντας την αποβολή των εγκατεστημένων από όλα τα γεωτεμάχια και την επιστροφή τους στο κράτος, την κατεδάφιση των αυθαίρετων κτισμάτων, την έξωση των μοναχών και την καταβολή αποζημίωσης στο Κράτος για την παράνομη κατοχή τους από τους μοναχούς.

Μια απόφαση που οδηγούσε ουσιαστικά στη δήμευση της περιουσίας της Μονής συμπεριλαμβανομένης και της ίδιας της Ιεράς Μονής και άρνησης ακόμη και του δικαιώματος νομής και χρήσης των θρησκευτικών χώρων ενώ πολλά ακίνητα θεωρήθηκαν αρχαιολογικές και ιστορικές περιοχές που υπόκεινται στον νόμο περί προστατευόμενων φυσικών περιοχών.

Ωστόσο, η συγκεκριμένη απόφαση δεν ήταν το τέλος της διαδρομής, καθότι και τα δύο μέρη κατέφυγαν στο στάδιο της έφεσης, για να ξεκινήσει ένας νέος γύρος ενώπιον του Εφετείου Ισμαηλίας.

Μετά από μακρό δικαστικό αγώνα, στις 28 Μαΐου 2025 το Εφετείο Ισμαηλίας εξέδωσε την απόφασή του, η οποία αποτέλεσε αντικείμενο των δύο αναιρέσεων ενώπιον του Ακυρωτικού Δικαστηρίου. Η απόφαση αυτή διέταζε την αποβολή της Μονής από 29 γεωτεμάχια, αναγνώριζε την νόμιμη κατοχή και χρήση ορισμένων άλλων γεωτεμαχίων καθώς η Μονή προσκόμισε τα σχετικά συμβόλαια, συμψήφισε τις αποζημιώσεις με έργα που είχαν επιτελέσει οι μοναχοί οπότε δεν επιδίκαζε αποζημίωση στο αιγυπτιακό κράτος, κατάργησε την υποχρέωση των μοναχών να γκρεμίσουν «αυθαίρετες κατασκευές» και αναγνώρισε δυνατότητα δικαιώματος χρήσης για θρησκευτικούς λόγους εφόσον αυτό αποδεικνύεται.

Και οι δύο Αιγύπτιοι Εισαγγελείς καταρρίπτουν τον βασικό νομικό ισχυρισμό της Μονής ότι όλη η δίκη πρέπει να καταργηθεί γιατί ο αρχικός ενάγων ήταν ιδιώτης και δεν είχε έννομο συμφέρον αφού δεν διεκδικεί την νομή και κατοχή κανενός ακινήτου της Μονής.

Και οι δύο υποστηρίζουν ότι ανεξάρτητα από το γεγονός αυτό, ορθώς το Δικαστήριο προχώρησε στην εξέταση της ουσίας, δηλαδή στην εξέταση ποιος είναι ο πραγματικός κύριος, κάτοχος και νομέας κατά την αιγυπτιακή νομοθεσία. Υποστηρίζουν μάλιστα ότι αφού η Μονή ισχυρίζεται ότι για τις επίδικες εκτάσεις έπρεπε να προσφύγει το αιγυπτιακό Υπουργείο Τουρισμού και Αρχαιοτήτων και το Αιγυπτιακό Υπουργείο Περιβάλλοντος, αυτό συνιστά έμμεση παραδοχή της Μονής για την αναγνώριση της κυριότητας του αιγυπτιακού κράτους.

Η Εισαγγελία επεσήμανε ότι η προσβαλλόμενη με αναίρεση απόφαση είναι εν μέρει εσφαλμένη, διότι το δικαστήριο δεν εξέτασε τη νομιμότητα των πιστοποιητικών νομής της Μονής σε σχέση με ορισμένα γεωτεμάχια για τα οποία το Δικαστήριο της Ισμαηλίας αναγνώρισε ότι νομίμως κατέχει η Μονή, γεγονός που καθιστά αναγκαία την εν μέρει αναίρεσή της.

Η υπεράσπιση της Μονής, στην αναίρεσή της, επικεντρώθηκε στην παρουσία της από αιώνων στην περιοχή, στον χαρακτήρα των επίδικων εκτάσεων ως θρησκευτικών τοποθεσιών και στην ύπαρξη εγγράφων και συμβολαίων που σχετίζονται με μια σειρά ακινήτων στη Μονή. Όμως αυτό που έχει προκαλέσει μεγάλη απορία σε Κάιρο και Αθήνα είναι ότι η Μονή ενώ μετά την έκδοση της απόφασης της Ισμαηλίας άρχισε να επικαλείται τον Αχτιναμέ (Διαθήκη) του Μωάμεθ ως απόδειξη των ιδιοκτησιών της, δεν τον επικαλέστηκε σε κανένα στάδιο της δικαστικής διαδικασίας, ούτε στον αιγυπτιακό Άρειο Πάγο.

Η αιγυπτιακή πλευρά αντιλαμβάνεται αυτή την τακτική ως μια κίνηση εντυπωσιασμού διότι ενώ η Μονή επικαλείται τον Αχτιναμέ σε δημοσιεύματα και ανακοινώσεις, δεν τον έθεσε ποτέ στην κρίση του Δικαστηρίου. Και δεν το έθεσε, σύμφωνα με την αιγυπτιακή πλευρά, διότι ο Αχτιναμές περιγράφει ένα γενικό καθεστώς προστασίας της μονής, ελευθερίας μετακίνησης των μοναχών και απαλλαγής της από φόρους αλλά δεν αναφέρει τίποτα συγκεκριμένο για ιδιοκτησίες της Μονής.

Στο υπόμνημά της προς το Ακυρωτικό Δικαστήριο, η υπεράσπιση της Μονής έθεσε επίσης το ζήτημα εφαρμογής κανονισμών που αφορούν τις γαίες στη χερσόνησο του Σινά και κατά πόσον ο Ν. 14/2012, περί ανάπτυξης του Σινά, επηρέασε την προηγούμενη νομοθεσία που ρύθμιζε το νομικό καθεστώς των γαιών της Μονής.

Η Εισαγγελία τόνισε ότι το ζήτημα δεν αφορά απλώς στη διάρκεια της νομής, αλλά και στη φύση της επίδικης περιουσίας, εάν δηλαδή επιτρέπεται η απόκτηση κυριότητας μετά την πάροδο χρόνου ή όχι, ειδικά όταν τα περιουσιακά στοιχεία σχετίζονται με δημόσια περιουσία ή ειδικής φύσεως εκτάσεις (όπως είναι οι προστατευόμενες περιοχές). Η Εισαγγελία επεσήμανε ότι οι δημόσιες γαίες δεν μπορούν να περιέλθουν σε ιδιώτη μέσω χρησικτισίας. Οι αρχαιολογικοί τόποι ανήκουν εξ ορισμού στο κράτος και, δεν επιτρέπεται να αποκτηθούν διά χρησικτησίας, ανεξάρτητα από τη διάρκειά της.

Επομένως, η εξέταση κάθε γεωτεμαχίου απαιτούσε να ληφθεί υπόψη η νομική του φύση, όχι μόνον η διάρκεια της νομής ή ο χρόνος παραμονής του μοναστηριού επ’ αυτού.

Σχετικά με το άλλο νομικό επιχείρημα, ότι το καθεστώς της Μονής προϋπήρχε του Νόμου 14/2012 για την «Ανάπτυξη του Σινά», η εισήγηση στο Ανώτατο Δικαστήριο είναι ότι ο «Νόμος περί Ανάπτυξης του Σινά» απαγορεύει την ιδιοκτησία, τα δικαιώματα επικαρπίας και τις μισθώσεις σε αρκετές περιοχές, μεταξύ των οποίων οι προστατευόμενες φυσικές περιοχές, οι αρχαιολογικές ζώνες και οι πέριξ αυτών περιοχές. Η πρόταση της Εισαγγελίας του Ακυρωτικού Δικαστηρίου αρνήθηκε αυτόν τον ισχυρισμό, διευκρινίζοντας ότι η απόφαση του Εφετείου δεν βασίστηκε εξαρχής και όχι αποκλειστικά στον Νόμο περί Ανάπτυξης του Σινά.

Η Εισαγγελία σημείωσε περαιτέρω ότι το Εφετείο κατέληξε σε σωστό συμπέρασμα, καθότι εξέτασε κάθε γεωτεμάχιο ξεχωριστά, δεν βάσισε την απόφασή του στην αναδρομική εφαρμογή του Ν. 14/2012 και, ως εκ τούτου, δεν υφίσταται νομικό σφάλμα που να δικαιολογεί την αναίρεση της απόφασης.

Σύμφωνα με τους Αιγύπτιους Εισαγγελείς, η διαμάχη δεν αφορά στην εφαρμογή ή μη του Νόμου περί Ανάπτυξης του Σινά που απαγορεύει την ιδιωτική ιδιοκτησία σε όλο το Σινά, αλλά σε ένα ευρύτερο ζήτημα: εάν το μοναστήρι διαθέτει έγκυρο νόμιμο τίτλο ιδιοκτησίας ή νομής και κατοχής για κάθε επίδικο γεωτεμάχιο εκτός από αυτά που είναι μνημεία και αυτοδικαίως ανήκουν στο Κράτος.

Η Ιερά Σιναϊτική Αδελφότητα γνωρίζει τις δικαστικές αποφάσεις, γνωρίζει προς τα πού θα κινηθεί ο Αιγυπτιακός Άρειος Πάγος, έχει διαπραγματευτεί την Συμφωνία και τους όρους εφαρμογής της και έχει την πλήρη στήριξη της Ελληνικής Κυβέρνησης. Τώρα πλέον ήρθε η ώρα να αποφασίσει. Και μετά από τέσσερις αναβολές της απόφασης του αιγυπτιακού Αρείου Πάγου, ο χρόνος τελειώνει.